Βαρκάρισσα της χίμαιρας - Nakasbookhouse.gr Skip to main content
Βαρκάρισσα της χίμαιρας
SKU:
9786182200469

Βαρκάρισσα της χίμαιρας

€14,94
€16,60
0
No votes yet

Κυκλοφορεί 30/11 - Διαθέσιμο για προπαραγγελία

Κάποιο σταχτί απόγευμα του Σεπτέμβρη ήρθε κοντά μου, εκεί που χάζευα... ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Προπαραγγελία

Λεπτομέρειες βιβλίου

Κυκλοφορεί 30/11 - Διαθέσιμο για προπαραγγελία

Κάποιο σταχτί απόγευμα του Σεπτέμβρη ήρθε κοντά μου, εκεί που χάζευα στα παρτέρια της αυλής, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε:
«Τα λουλούδια μεγαλώνουν με τα τραγούδια των πουλιών». Ήμουν δεν ήμουν οχτώ χρονών.
Ύστερα μπήκε μέσα, άνοιξε το ραδιόφωνο κι έκλεισε την πόρτα της.
Έτσι έκανε. Πετούσε μια κουβέντα και μετά χανόταν...

Έμπαινε στο σύννεφό της και ταξίδευε...
«Δεν μας μεγάλωσε κανονικά», έλεγε αργότερα ο αδελφός μου, ο Τζόνυ.
«Δεν μας έδωσε οδηγίες σωστής πλοήγησης».
«Μας εξασφάλισε εισιτήριο διαρκείας για το πλεούμενο της χίμαιρας», του απαντούσα εγώ.
«Λίγο το ’χεις;»
«Κι αυτό ακόμη δεν μας το ’δωσε συνειδητά».
Της έπεσε από την τσέπη και το βρήκαμε.
Τίποτα δεν μας έδωσε συνειδητά.
Η μάνα μας, η Ερασμία!
Εμείς τη γνωρίσαμε τσακισμένη. Ξοδεμένη στα όνειρά της.
Σε παλιές φωτογραφίες τη βλέπαμε αλλιώτικη.
Μια όμορφη κοπέλα με φουντωτά μαύρα μαλλιά κι ένα πλατύ χαμόγελο στ’ ολοστρόγγυλο πρόσωπό της.
Ένα πλατύ, δακρυσμένο πάντα, χαμόγελο.

«Ήταν όμορφη ε; Βλέπεις, Τζόνυ;»
«Και τώρα είναι όμορφη. Είναι η πιο όμορφη!»
Καμάρωνε σαν κόκορας ο Τζόνυ. Λες και του ανήκε!

ISBN:
9786182200469
Εκδόσεις:
Συγγραφέας:
Σελίδες: 
400
Έτος: 
2022
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα... Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν' ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους. Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ' όνειρο ν' αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά! Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν' αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ' αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να 'χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν' αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου. Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου 'κρυψε ποτέ τα μάτια και τ' αφτιά μου. Της ίδιας: - Η μπόρα - Το κόκκινο σπίτι - Το χρώμα του φεγγαριού - Σκισμένο ψαθάκι - Αμάν... Αμάν! - Ο κάργιες - Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα - Το τετράδιο της Αλκυόνης - Βαρκάρισσα της Χίμαιρας

Κυκλοφορεί 30/11 - Διαθέσιμο για προπαραγγελία

Κάποιο σταχτί απόγευμα του Σεπτέμβρη ήρθε κοντά μου, εκεί που χάζευα στα παρτέρια της αυλής, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου είπε:
«Τα λουλούδια μεγαλώνουν με τα τραγούδια των πουλιών». Ήμουν δεν ήμουν οχτώ χρονών.
Ύστερα μπήκε μέσα, άνοιξε το ραδιόφωνο κι έκλεισε την πόρτα της.
Έτσι έκανε. Πετούσε μια κουβέντα και μετά χανόταν...

Έμπαινε στο σύννεφό της και ταξίδευε...
«Δεν μας μεγάλωσε κανονικά», έλεγε αργότερα ο αδελφός μου, ο Τζόνυ.
«Δεν μας έδωσε οδηγίες σωστής πλοήγησης».
«Μας εξασφάλισε εισιτήριο διαρκείας για το πλεούμενο της χίμαιρας», του απαντούσα εγώ.
«Λίγο το ’χεις;»
«Κι αυτό ακόμη δεν μας το ’δωσε συνειδητά».
Της έπεσε από την τσέπη και το βρήκαμε.
Τίποτα δεν μας έδωσε συνειδητά.
Η μάνα μας, η Ερασμία!
Εμείς τη γνωρίσαμε τσακισμένη. Ξοδεμένη στα όνειρά της.
Σε παλιές φωτογραφίες τη βλέπαμε αλλιώτικη.
Μια όμορφη κοπέλα με φουντωτά μαύρα μαλλιά κι ένα πλατύ χαμόγελο στ’ ολοστρόγγυλο πρόσωπό της.
Ένα πλατύ, δακρυσμένο πάντα, χαμόγελο.

«Ήταν όμορφη ε; Βλέπεις, Τζόνυ;»
«Και τώρα είναι όμορφη. Είναι η πιο όμορφη!»
Καμάρωνε σαν κόκορας ο Τζόνυ. Λες και του ανήκε!