Skip to main content
SKU:
9789602191378

Τη προσφιλεστάτη εξαδέλφη

€12,87
€14,30
0
No votes yet
Σκέφτομαι καμιά φορά να αφήσω το χρόνο να με παρασύρει, να ορίσει τη ζωή μου η τύχη, όπως κάνουν τόσοι άνθρωποι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα ο νους μ... ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Λεπτομέρειες βιβλίου

Σκέφτομαι καμιά φορά να αφήσω το χρόνο να με παρασύρει, να ορίσει τη ζωή μου η τύχη, όπως κάνουν τόσοι άνθρωποι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα ο νους μου προλαβαίνει όσα πρόκειται να συμβούν. Δεν ξαποσταίνω. Λες και τα ηνία της άμαξας έχουν αφεθεί μόνον στα χέρια τα δικά μου, κι αν δεν την οδηγήσω εγώ, θα γκρεμιστεί στην πρώτη απόκρημνη στροφή του δρόμου.
Δεν ξαποσταίνω. Κι όταν ο ύπνος με παρασέρνει κι η κόπωση χαλαρώνει τη δύναμη των χεριών μου, γλιστρούν τα γκέμια μέσα απ' τις ματωμένες μου παλάμες, νιώθω την άμαξα να χάνεται από μπροστά μου, δεν ορίζω πια τίποτα...
Έξαφνα, μια δύναμη που 'χω μέσα μου από παιδί, με σπρώχνει, με τονώνει και πιάνω πάλι τα ηνία στα χέρια μου.
Επέλεξα να μην έχω αμαξά. Όμως τόσες και τόσες φορές θέλησα κι εγώ να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ μέσα στην άμαξα και κάποιος άλλος να με οδηγεί στο μονοπάτι της ζωής.

ISBN:
9789602191378
Εκδόσεις:
Μέγεθος: 
21x14
Σελίδες: 
333
Έτος: 
2003
Η Πένυ Παπαδογεώργη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου του 1959. Σπούδασε στη Γεωπονική Σχολή και αργότερα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι υποστηρίζοντας τη διδακτορική της διατριβή στη Διδακτική των Επιστημών. Ασχολήθηκε με την έρευνα στους τομείς της ιστορίας της επιστήμης και της εκπαίδευσης. Είναι εκπαιδευτικός στο Βαρβάκειο Πειραματικό Γυμνάσιο, συνεχίζοντας το συγγραφικό έργο το οποίο ξεκίνησε από τα μαθητικά της χρόνια. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα "Τη προσφιλεστάτη εξαδέλφη" και μια ποιητική συλλογή με τίτλο "Ανυπεράσπιστα". Είναι παντρεμένη με τον Δημήτρη Σταματογιαννόπουλο και ζουν στην Αθήνα.

Σκέφτομαι καμιά φορά να αφήσω το χρόνο να με παρασύρει, να ορίσει τη ζωή μου η τύχη, όπως κάνουν τόσοι άνθρωποι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα ο νους μου προλαβαίνει όσα πρόκειται να συμβούν. Δεν ξαποσταίνω. Λες και τα ηνία της άμαξας έχουν αφεθεί μόνον στα χέρια τα δικά μου, κι αν δεν την οδηγήσω εγώ, θα γκρεμιστεί στην πρώτη απόκρημνη στροφή του δρόμου.
Δεν ξαποσταίνω. Κι όταν ο ύπνος με παρασέρνει κι η κόπωση χαλαρώνει τη δύναμη των χεριών μου, γλιστρούν τα γκέμια μέσα απ' τις ματωμένες μου παλάμες, νιώθω την άμαξα να χάνεται από μπροστά μου, δεν ορίζω πια τίποτα...
Έξαφνα, μια δύναμη που 'χω μέσα μου από παιδί, με σπρώχνει, με τονώνει και πιάνω πάλι τα ηνία στα χέρια μου.
Επέλεξα να μην έχω αμαξά. Όμως τόσες και τόσες φορές θέλησα κι εγώ να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ μέσα στην άμαξα και κάποιος άλλος να με οδηγεί στο μονοπάτι της ζωής.