Skip to main content
SKU:
9789608353992

Οι απόψεις των Ελλήνων απολογητών και του Ευσέβιου Καισαρείας για την τέχνη

€13,75
€15,28
0
No votes yet
Για τη συγγραφή της παρούσας μελέτης αφορμήθηκα από τις παραδόσεις στο μάθημα Χριστιανική Αρχαιολογία στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης (Α... ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Λεπτομέρειες βιβλίου

Για τη συγγραφή της παρούσας μελέτης αφορμήθηκα από τις παραδόσεις στο μάθημα Χριστιανική Αρχαιολογία στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης (Α.Ε.Σ.Θ.). Διδάσκοντας το προαναφερόμενο μάθημα το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 στους σπουδαστές του Γ΄ Εξαμήνου της Α.Ε.Σ.Θ. μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω και πάλι κάποιες πτυχές της παλαιοχριστιανικής τέχνης, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για μια ευρύτερη έρευνα στις πηγές.

Η έρευνα επικεντρώθηκε στα κείμενα των Απολογητών και του Ευσέβιου Καισαρείας, καθώς μέσα από τα κείμενα των προαναφερόμενων Πατέρων εκφράζεται και ταυτόχρονα διαμορφώνεται η εκκλησιαστική συνείδηση του 2ου αιώνα και των αρχών του 4ου αιώνα. Με τον τρόπο αυτό φωτίζεται η γενικότερη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην τέχνη από το 2ο ως τον 4ο αιώνα, μια μεταβατική περίοδο για το Χριστιανισμό, που περνάει από την περίοδο της αμφισβήτησης και των διωγμών σε μια περίοδο ελευθερίας και πορείας προς την καθιέρωση του ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η απουσία κάποιας εξειδικευμένης μελέτης πάνω στο θέμα αποτέλεσε μια δυσκολία, αλλά και μια πρόκληση. Οι αναφορές στην εξεταζόμενη περίοδο από μελέτες που κάλυπταν ευρύτερες χρονολογικά περιόδους, όπως είναι "Η θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία", του Λ. Ουσπένσκι, αυτές του V.V. Bychkov, η μελέτη του Δ.Σ. Μπαλάνου με τίτλο "Η εκκλησιαστική τέχνη και οι Πατέρες της Εκκλησίας", κ.ά. αποτέλεσαν πολύτιμα βοηθήματα για τη μελέτη των κειμένων των Πατέρων και της περιόδου.

Μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν φιλοδοξούμε να γίνει κατανοητή η συνέχεια της θεωρητικής προσέγγισης της τέχνης από την Εκκλησία, η οποία από το 2ο αιώνα δεν ήταν αντίθετη προς αυτήν, όπως συχνά υποστηρίζεται. Αντίθετα, ο Χριστιανισμός αποδέχεται την τέχνη ως μια προσπάθεια μίμησης από τον άνθρωπο της απαράμιλλης τέχνης του ανώτατου τεχνίτη, δηλαδή του Θεού. Πρόκειται για μια προσπάθεια προσέγγισης του θεού από τον άνθρωπο. [...]

(από τον πρόλογο του συγγραφέα)

ISBN:
9789608353992
Μέγεθος: 
21x14
Σελίδες: 
200
Έτος: 
2006
Ο Αναστάσιος Μαράς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, πτυχιούχος Θεολογίας (Α.Π.Θ., 1988), κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Πατρολογικό Ινστιτούτο Augustinianum Ρώμης, 1990), Διδακτορικού Διπλώματος Θεολογίας (Α.Π.Θ, 2000), Πιστοποιητικού Μεταδιδακτορικών σπουδών (Α.Π.Θ, 2003) και Πτυχιούχος Βιβλιοθηκονομίας (Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, 2003). Γνωρίζει επαρκώς την Αγγλική, τη Γαλλική, την Ιταλική, την Ισπανική και τη Ρουμανική γλώσσα. Έχει λάβει Κρατική Πιστοποίηση για τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή. Έλαβε μέρος σε ερευνητικά προγράμματα του Α.Π.Θ. και του Ε.Ι.Ε. Δίδαξε στη Μέση Εκκλησιαστική Εκπαίδευση και στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης. Σήμερα διδάσκει στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης και στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα "Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστήμιου. Ήταν επιμορφωτής σε προγράμματα του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, καθώς και του Οργανισμού Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών (ΟΕΠΕΚ), ενώ έχει παρακολουθήσει 240 ώρες επιμορφωτικών προγραμμάτων στην Ελλάδα και στην Ισπανία. Διετέλεσε Υποδιευθυντής και Διευθυντής Λυκείου, καθώς και Στέλεχος των Γραφείων Σχολικών Βιβλιοθηκών και Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Σπουδών στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΕΠΘ. Είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Πατρολογικών Μελετών (A.I.E.P.) και συμμετείχε ως ομιλητής σε 21 πανελλαδικά και διεθνή Συνέδρια ή Ημερίδες. Είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του επιστημονικού περιοδικού Βυζαντινός Δόμος (Θεσσαλονίκη) και Φιλοσοφικά Ανάλεκτα (Θεσσαλονίκη). Έχουν δημοσιευθεί 8 μονογραφίες και 41 κείμενά του σε συλλογικούς τόμους και σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού (Augustinianum, Βυζαντινός Δόμος, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεολογία, Κληρονομία, Τα Εκπαιδευτικά, Παρνασσός, Μακεδνόν, Ιστορικά θέματα,Φιλοσοφικά Ανάλεκτα, κ.ά.). Κύρια αυτοτελή έργα του είναι: Ο άγιος Πατρίκιος Ιρλανδίας. Νέα στοιχεία για το βίο και τα έργα του (1993), Η εσχατολογία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (2002), Το πρόσωπο του Χριστού σε φιλοσόφους και απολογητές (2003), Θρησκευτικά Α΄ Λυκείου - Βοήθημα (2004), Εκκλησία - Περιβάλλον - Εκπαίδευση (Επιμέλεια, 2004), Εισαγωγή στην Πληροφορική. Θεολογία και Πληροφορική (2005), Οι απόψεις των ελλήνων Απολογητών και του Ευσέβιου Καισαρείας για την τέχνη (2006), Πατερική Θεολογία και χριστιανικός πολιτισμός (2008), Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία: από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έως σήμερα (2012). Από το 2003 είναι αιρετό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δημοσιογράφων Ηλεκτρονικού και Περιοδικού Τύπου Μακεδονίας Θράκης (Ε.ΔΗ.Π.Η.Τ. Μακεδονίας-Θράκης). Έχει δημοσιογραφήσει και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Θεσσαλονίκης, των Ιωαννίνων και της Αθήνας. Από το 2005 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων Βορείου Ελλάδος, ενώ το 2006 βραβεύτηκε από το Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας (ΣΕΚΒΕ) για τη συμβολή του στα ελληνικά γράμματα.

Για τη συγγραφή της παρούσας μελέτης αφορμήθηκα από τις παραδόσεις στο μάθημα Χριστιανική Αρχαιολογία στην Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης (Α.Ε.Σ.Θ.). Διδάσκοντας το προαναφερόμενο μάθημα το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 στους σπουδαστές του Γ΄ Εξαμήνου της Α.Ε.Σ.Θ. μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω και πάλι κάποιες πτυχές της παλαιοχριστιανικής τέχνης, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για μια ευρύτερη έρευνα στις πηγές.

Η έρευνα επικεντρώθηκε στα κείμενα των Απολογητών και του Ευσέβιου Καισαρείας, καθώς μέσα από τα κείμενα των προαναφερόμενων Πατέρων εκφράζεται και ταυτόχρονα διαμορφώνεται η εκκλησιαστική συνείδηση του 2ου αιώνα και των αρχών του 4ου αιώνα. Με τον τρόπο αυτό φωτίζεται η γενικότερη στάση της Εκκλησίας απέναντι στην τέχνη από το 2ο ως τον 4ο αιώνα, μια μεταβατική περίοδο για το Χριστιανισμό, που περνάει από την περίοδο της αμφισβήτησης και των διωγμών σε μια περίοδο ελευθερίας και πορείας προς την καθιέρωση του ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η απουσία κάποιας εξειδικευμένης μελέτης πάνω στο θέμα αποτέλεσε μια δυσκολία, αλλά και μια πρόκληση. Οι αναφορές στην εξεταζόμενη περίοδο από μελέτες που κάλυπταν ευρύτερες χρονολογικά περιόδους, όπως είναι "Η θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία", του Λ. Ουσπένσκι, αυτές του V.V. Bychkov, η μελέτη του Δ.Σ. Μπαλάνου με τίτλο "Η εκκλησιαστική τέχνη και οι Πατέρες της Εκκλησίας", κ.ά. αποτέλεσαν πολύτιμα βοηθήματα για τη μελέτη των κειμένων των Πατέρων και της περιόδου.

Μέσα από τις σελίδες που ακολουθούν φιλοδοξούμε να γίνει κατανοητή η συνέχεια της θεωρητικής προσέγγισης της τέχνης από την Εκκλησία, η οποία από το 2ο αιώνα δεν ήταν αντίθετη προς αυτήν, όπως συχνά υποστηρίζεται. Αντίθετα, ο Χριστιανισμός αποδέχεται την τέχνη ως μια προσπάθεια μίμησης από τον άνθρωπο της απαράμιλλης τέχνης του ανώτατου τεχνίτη, δηλαδή του Θεού. Πρόκειται για μια προσπάθεια προσέγγισης του θεού από τον άνθρωπο. [...]

(από τον πρόλογο του συγγραφέα)