Skip to main content
03-09-2019

Ο συγγραφέας-ποιητής Μάνος Μαυρομουστακάκης μας μιλάει για την ποίηση, τις "Ασύμμετρες αναπνοές" και τα "Χαϊκού της Παρασκευής"

Κύριε Μαυρομουστακάκη,

Με αφορμή τη συνάντησή μας μέσα από τα βιβλία, θα επιθυμούσαμε να μιλήσουμε μαζί σας για ποίηση γενικά και ειδικά. Είναι μια καλή αφορμή να καταγράψουμε τις σκέψεις και τις απόψεις ενός ποιητή εν ενεργεία, ενός έλληνα λογοτέχνη που δημιουργεί εντός της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνο ποίηση αλλά και θεατρικό έργο.

Οι ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες στη χώρα μας, λόγω της κρίσης, έχει ειπωθεί πως επηρεάζουν και τις τάσεις ανάγνωσης. Τι λέτε εσείς; Υπάρχει ο χώρος της ποίησης ή έχει καταπατηθεί από τα ακραία φαινόμενα των καιρών; Γιατί η εποχή μας πλειοδοτεί τους αριθμούς περισσότερο από τις λέξεις;

Ζούμε στην εποχή της ψηφιοποίησης, στον χρόνο που τα πάντα υποτάσσονται στην ...μέγγενη της μέτρησης. Την ίδια στιγμή ένα επιπλέον χαρακτηριστικό τής εποχής μας, είναι ότι έχουμε μπει για τα καλά στη βάσανο τής ανανοηματοδότησης των εννοιών που μας πλαισιώνουν και οριοθετούν τον πολιτισμό μας, διαδικασία η οποία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αυτό είναι ένα βάρος που συνειδητά ή μη το υφιστάμεθα και που επιτείνει τη σύγχυση και τη δυσανεξία μας. Αυτό ακόμα έχει ως συνέπεια, επειδή ως άνθρωποι απεχθανόμαστε το χάος, να επιλέγουμε να προστρέχουμε στο προσωρινό καταφύγιο τής βεβαιότητας των αριθμών. Στην πορεία ανακαλύπτουμε ωστόσο, ότι αυτό δεν μας αρκεί, διότι όσο ανάγκη έχουμε την ασφάλεια, άλλο τόσο και ίσως ακόμα περισσότερο, έχουμε ανάγκη την εξεύρεση «Νοήματος», και ως εκ τούτου της παραμυθίας που αυτό συνεπάγεται.
Η ποίηση ήταν, είναι και θα είναι η διαρκής εσώτερη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να επιστρέφει στη γλυκύτητα που απώλεσε.
(Η τέχνη γενικότερα, δεν θα πάψει να είναι ο δρόμος της επιστροφής μας στη χαμένη μας αθωότητα).
Η ποίηση λοιπόν αυτονόητα θα υπάρχει και θα γιγαντώνεται σε πείσμα των καιρών που αναφέρεστε, εκεί όπου τα φαινόμενα τους θα τείνουν να γίνονται όλο και πιο ακραία.

Πολλοί εξέφρασαν τη γνώμη πως η ποίηση έπαψε να εκφράζει το μεγαλύτερο σύνολο της κοινωνίας, γι’ αυτό και είναι όλο και πιο ισχνή η παρουσία της. Είναι κουρασμένη η κοινωνία για ποίηση, αδιάφορη; Δυσκολεύεται να αποκωδικοποιήσει ή να αισθανθεί τα λεπτά -και παράλληλα ισχυρά- μηνύματά της;

Η ποίηση αντιπροσωπεύει την ευαίσθητη πτυχή τού εαυτού μας, εκείνη που μας δίδαξε η εποχή μας να αποκρύπτουμε και στη θέση της να παρουσιάζουμε μιαν άλλη, μια δήθεν πιο «ρεαλιστική», πιο ταιριαστή με τη σκληράδα των καιρών. Αυτή λοιπόν η εν πολλοίς ασυνειδητοποίητη τοποθέτηση μας στα σύγχρονα πράγματα (η υιοθέτηση δηλαδή μιας πλαστής εικόνας αναντίστοιχης του “είναι” μας), δημιουργεί ασυμμετρίες στη ψυχική μας ισορροπία με αποτέλεσμα τις ολοένα και συχνότερες διαταραχές της ψυχικής υγείας μας. Με άλλα λόγια, δεν αποκωδικοποιούμε επειδή έχουμε πεισθεί ότι είμαστε ανίκανοι να το κάνουμε, ίσως ακόμα και γιατί δεν έχει μετρήσιμο όφελος, συντασσόμενοι έτσι στη γενικότερη τάση.

Το μήνυμα της ποίησης αναζητείται στις μέρες μας; Θα μπορούσε να είναι ένα «υπερόπλο» επικοινωνίας, πνευματικής ανάτασης, ωφέλιμης ψυχαγωγίας; Τι χρειάζεται για να μπορούμε να προσδώσουμε στον ποιητή και την ποίηση την ιδιότητα του «χρηστικού» στις μέρες μας και στο μέλλον;

Κατ’αρχάς, έστω και με εισαγωγικά, η έννοια του χρηστικού με βρίσκει αντίθετο. Δεν θα επιθυμούσα την ποίηση εργαλειακή. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να εξακολουθούμε να της αποδίδουμε τον μαγικό της χαρακτήρα, αυτόν του ...κάπως ανέφικτου, αλλά και του τόσο σπουδαίου ταυτόχρονα, που θα άξιζε τον κόπο να γίνουμε μέτοχοι του. Ίσως αν κάτι θα βοηθούσε, να ήταν εντέλει αυτή η αχλή της, η ιδέα ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω που μπορεί να μας βοηθήσει να αποδράσουμε από την πεζότητα ενός κόσμου που μας απογοητεύει.

Θέλοντας να μη σταθούμε μόνο στα μεγάλα και καταξιωμένα ονόματα, αλλά και σε σύγχρονους ποιητές που αισθάνονται, αγωνιούν και δημιουργούν δίπλα μας, πώς θα περιγράφατε, από τη δική σας οπτική, την πορεία της ποίησης στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια;

Θα σας έλεγα ότι η ποίηση ζει μέσα από τη διαρκή αγωνία της. Να αφομοιώσει και να προχωρήσει. Δεν έχει προσδιορισμένο στόχο –αλλίμονο αν είχε-. Είναι η ποίηση που τσαλαβουτά στα θολά νερά ενός κόσμου που αλλάζει ταχύτατα και που σε καμιά όχθη δεν βολεύεται. Οπότε το έργο των καταξιωμένων δημιουργών δεν μπορεί να προσδιορίζει κανένα τέλος, μονάχα μια φωνή για συνέχεια, μιαν ενθάρρυνση. Με άλλα λόγια αυτός ο αγώνας και η αγωνία των δημιουργών δεν θα πάψει ποτέ. Θα παραμείνει διαχρονικός. Ίσως λοιπόν η εστίαση μου σε κάποια ορισμένη χρονική περίοδο να ήταν αποπροσανατολιστική. Διότι εντέλει αυτός ο αγώνας και αυτή η αγωνία δεν συνιστούν -ανεξαρτήτως εποχής- το αίμα και τις σάρκες της ποίησης;

Θα θέλαμε να απομονώσουμε μικρές ποιητικές σας φράσεις από την ποιητική σας συλλογή «Ασύμμετρες αναπνοές», από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, και να σας παρακαλέσουμε, αν θέλετε για τους αναγνώστες, να αναπτύξετε μια – δυο προτάσεις πάνω σε αυτές τις επιλογές.

  • Αρχή του βιβλίου και διαβάζουμε «Δεν έχω έγνοια πιο σπουδαία εξόν να αισθάνομαι»:
  • Σελ. 26, «Γράφω για το αδύνατον»:
  • Σελ. 44, «Δεν είναι τα βλέμματα όλα ίδια | άλλωστε, μονολογούσα, τα βλέμματά μας είμαστε»:
  • Σελ. 57, «Χαμένη καμία βόλτα δεν πάει … | … Η πλάνη μου είναι η πόλη μου».

«Δεν έχω έγνοια πιο σπουδαία εξόν να αισθάνομαι». Να αισθάνομαι με την καρδιά ενός πρωτόπλαστου, εκείνου που ανακαλύπτει τη ζωή ως θαύμα και όχι ως διαδικασία ή ως διεκπεραίωση.
«Γράφω για το αδύνατον». Αν η ζωή οφείλει να είναι ο ανήφορος που μας πρότεινε ο Καζαντζάκης, το «αδύνατον» είναι ο ...ανηφόριστος ανήφορος. Η κορυφή που ποτέ δεν θα κατακτήσουμε, αλλά που θα υπάρχει εκεί, γιατί χωρίς αυτή ο αγώνας μας θα έπαυε να είναι ατελεύτητος. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν σαν να είχαμε επιλέξει να ζούμε σε ένα διαρκές μνημόσυνο ζώντων.
«Δεν είναι τα βλέμματα όλα ίδια / άλλωστε μονολογούσα, τα βλέμματά μας είμαστε». Η εικόνα δεν είναι μονάχα μια οπτική εμπειρία. Είναι το σύνολο των αισθημάτων μας που την προσδιορίζει. Το βλέμμα μας είναι η εικόνα τής εικόνας που επισκέπτεται. Εμείς οι ίδιοι εντέλει.
«Χαμένη καμία βόλτα δεν πάει... / ...Η πλάνη μου είναι η πόλη μου». Η πόλη μας δεν είναι ό,τι «πραγματικά είναι», αλλά ό,τι φανταζόμαστε εμείς γι’αυτήν. Αυτή η πλάνη, η υποκειμενική μας προσέγγιση τη φτιάχνει πόλη.

Με τα «Χαϊκού της Παρασκευής», επίσης εκδόσεις Γαβριηλίδης, βρίσκεστε σε ένα άλλο πεδίο, σε αυτό της απέριττης «κατασκευής», που έχει τις ρίζες του στην Άπω Ανατολή και στην οπτική ζεν, μέσα από τα χάικου. Η ιαπωνική ποιητική τέχνη πόσο κοντά ή μακριά είναι από το προσωπικό σας τρόπο έκφρασης, τι σας ελκύει στην τεχνική του 5-7-5;

Το χαϊκού είναι πολύ κοντά στην ιδιοσυγκρασία μου. Τα όρια τής μορφολογίας του (5-7-5), αποτελούν μια πρόκληση. Πάνω απ’όλα όμως είναι ποίηση. Εξακολουθεί να οικοδομεί τάξη μέσα στο χάος, μέσα από τους κανόνες που εμείς θεσπίσαμε. Προτάσσει το «λίγο» που υπονοεί το «πολύ», την απλότητα που αναπτύσσεται στη μεγαλύτερη δυνατή συνθετότητα.
Είναι ένα κοίταγμα στον αναγνώστη που δεν παύει να μιλάει ακόμα κι όταν αποσύρεται. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να με αφήσει ασυγκίνητο μια τέτοια πρόκληση;

Ετοιμάζετε κάποιο νέο έργο; Αν ναι, θα θέλατε να μας αποκαλύψετε κάτι γι’ αυτό;

Συγγραφέας κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτός που γράφει, αλλά αυτός που ΔΕΝ μπορεί να ΜΗ γράφει. Εννοείται ότι δεν υπάρχει μέρα που να μην καταγράφω κάτι από την εμπειρία τού κόσμου στον οποίο συμμετέχω. Πολλά ποιήματα ανέκδοτα λοιπόν στο συρτάρι και μια ολοκληρωμένη νουβέλα που περιμένει τον χρόνο της να εκδοθεί (διαπραγματεύεται υπαινικτικά το μυστήριο του χρόνου)

Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;

Διαδικτυακά στις ιστοσελίδες apopseis.gr, ovigreek.gr, όπου και αναρτώ έργα μου σε εβδομαδιαία βάση και κατά καιρούς στην ιστοσελίδα fractalart.gr
Από κοντά θα χαιρόμουν να συνομιλήσω με τους φίλους της τέχνης και της λογοτεχνίας στο κατάστημα που διατηρώ στην περιοχή του Συντάγματος, στην οδό Βουλής 14.

 

Βιογραφικό

O Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Είναι μαθηματικός, κοσμηματοπώλης και συγγραφέας. Έχοντας ως κύριο επάγγελμα την πώληση κοσμημάτων, ασχολείται επίσης με την κατασκευή τους.

Επί 3 διδακτικά εξάμηνα παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας Τέχνης στη Φιλοσοφική Αθηνών με την καθοδήγηση τού κ. Χρύσανθου Χρήστου.

Είναι μέλος ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας, όπου και συγγράφει κείμενα, παράλληλα με την προσπάθεια της ηθοποιίας.

Εργογραφία

  1. Οδοιπόρες λέξεις (Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)
  2. Η Παράσταση (θεατρικό, εκδ. Δωδώνη, 2015)
  3. 190&1 Χαϊκού (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)
  4. Ασύμμετρες Αναπνοές (Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)
  5. Με τα μικρά τους ονόματα (διηγήματα, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019)
  6. Χαϊκού της Παρασκευής (εκδ. Γαβριηλίδης, 2019)

Έπαινος στους Δελφικούς αγώνες