Ο Πέτρος Μπιρμπίλης και το νέο του βιβλίο Μπελ Ετουάλ, από τις εκδόσεις Θράκα - Nakasbookhouse.gr Skip to main content
22-11-2017

Ο Πέτρος Μπιρμπίλης και το νέο του βιβλίο Μπελ Ετουάλ, από τις εκδόσεις Θράκα

Ο Πέτρος Μπιρμπίλης έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Έχω μόνο εσένα και Ξυπόλητος, τη βιογραφία της Μαλβίνας Κάραλη και την ποιητική συλλογή Η Μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη. Στο παρελθόν, έχει σκηνοθετήσει την Έλενα Ναθαναήλ και τα βίντεο κλιπ των Stereo Nova.

Διήγημα, βιογραφία, ποίηση, νουβέλα. Τέσσερις φόρμες γραπτού λόγου, που υπηρετήσατε επιτυχώς. Προτιμάτε κάποια από αυτές καλύτερα και αν ναι, ποια;
Ίσως την ποίηση να την αγαπώ λίγο παραπάνω, μάλλον επειδή με βοηθά στον ανοιχτό διάλογο που έχω με τον εαυτό μου. Πιθανώς αυτός να είναι ο λόγος που συχνά υπάρχει μια ποιητική διάθεση σε ό,τι κι αν γράφω. Η έμπνευση, όταν γίνεται ποίημα, έχει κάτι μαγικό. Είναι σαν το καθαρό νερό που κελαρύζει από μια πηγή έχοντας ξεκινήσει από τις χιονισμένες βουνοκορφές, περνώντας μέσα από τις λάσπες, τα τούνελ και τις υπόγειες σήραγγες της ψυχής μας. Έρχονται από την καρδιά τα ποιήματα, είναι φως, πολύ δυνατό φως, γιατί με λίγες λέξεις λένε όσα κι ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Τα διηγήματα, όπως και οι νουβέλες και τα μυθιστορήματα, αντικατοπτρίζουν τη ζωή, παρατηρούν τους ανθρώπους, επινοούν και περιγράφουν καταστάσεις που άλλοτε είναι πραγματικές και άλλοτε όχι. Η βιογραφία πιστεύω ότι είναι κάτι συναρπαστικό γιατί πρέπει να πλάσεις έναν άνθρωπο από την αρχή, να του δώσεις ζωή, σαν να είσαι ένας μικρός Θεός. Πόσο είναι δυνατόν να είσαι αντικειμενικός ή ακριβής, δεν ξέρω. Αυτό που έκανα εγώ για τη Μαλβίνα Κάραλη στις εκδόσεις Οδός Πανός, το δικό της πορτρέτο, σχηματίστηκε από τους ανθρώπους που μίλησαν γι' αυτήν. Από τις συζητήσεις που είχα με τους πολύ κοντινούς της, τα παιδιά της, την οικιακή βοηθό της, την κολλητή της, τον πρώην άντρα της, και άλλους, που απλώς την θαύμαζαν γι' αυτό που εκείνη τους παρουσίαζε μέσα από τις εκπομπές και τα άρθρα της.
Σκηνοθεσία και λογοτεχνία. Πόσο κοντά ή μακριά είναι μεταξύ τους; Εσείς έχετε συνδυάσει στο έργο σας τις δύο αυτές μορφές τέχνης και επικοινωνίας;
Δίπλα δίπλα είναι, μαζί πορεύονται για εμένα. Τα γραπτά μου είναι γεμάτα από εικόνες, και απ' ό,τι μου λένε, οι περιγραφές μου έχουν κάτι κινηματογραφικό. Μου είναι πολύ σημαντικές οι εικόνες. Είμαι οπτικός τύπος. Βλέπω εικόνες παντού, κι εκεί που δεν υπάρχουν τις επινοώ. Ίσως θα έπρεπε να είχα πάρει πιο σοβαρά τη σκηνοθεσία, γιατί τα κλιπ των Στέρεο Νόβα που έκανα, τότε, τη δεκαετία του 90, αποδείχτηκε ότι μίλησαν στην καρδιά εκείνης της γενιάς. Ακόμα μου λένε  γι’ αυτά, όπως και για την Τροφική Δηλητηρίαση, την ταινία μικρού μήκους που γύρισα με την Έλενα Ναθαναήλ, το 1988, αρκετά χρόνια αφότου είχε αποσυρθεί από το σινεμά. Ασχολήθηκα τελικά με το γράψιμο επειδή είναι πιο μοναχικό, πιο ήσυχο. Οι ταινίες έχουν βαβούρα. Εμπλέκονται πολλοί άνθρωποι, το άγχος είναι συνεχές. Έχω πρόβλημα με το άγχος. Προσπαθώ να το αποφεύγω γιατί μερικές φορές αγχώνομαι σε σημείο που με πιάνει μια αγωνία, για το ποιος είμαι και πού πάω κ.τ.λ., οπότε τελικά μου βγαίνει ξινό αυτό που κάνω. Με το γράψιμο έχουμε μια πολιτισμένη σχέση. Με συντροφεύει και με στηρίζει χωρίς να με τρελαίνει. Μαζί, εγώ κι αυτό, βρίσκουμε την άκρη. Οι δυο μας, χωρίς ηθοποιούς, παραγωγούς, μοντέρ και ηχολήπτες.
Μιλήστε μας λίγο για το νέο σας βιβλίο Μπελ Ετουάλ, από τις εκδόσεις Θράκα. Πώς προέκυψε η σύλληψη αυτής της ιστορίας, αυτής της πρωταγωνίστριας;
Προέκυψε πριν από οχτώ χρόνια, καθώς κολυμπούσα, ενώ ταυτόχρονα έκλαιγα από απελπισία. Είχα μπλέξει άσχημα εκείνη την εποχή, δεν είναι της ώρας να πω τον λόγο, και είχα φύγει σαν κυνηγημένος στην Τυνησία. Κατέληξα σε μια παραλιακή κωμόπολη, με ψαράδες και ντόπιους παραθεριστές. Ήθελα να μη σκέφτομαι τίποτα. Την πρώτη μέρα, λοιπόν, μπήκα στη θάλασσα και μ' έπιασαν τα κλάματα. Αν και δεν προσεύχομαι συχνά, τότε προσευχήθηκα. Είπα «βοήθεια». Δεν ξέρω ποιος μηχανισμός λειτούργησε μέσα μου και μόλις βγήκα από τη θάλασσα τα μάζεψα και κατευθύνθηκα στην αγορά, όπου αγόρασα δυο τετράδια και ένα στυλό. Τις επόμενες μέρες έγραφα από το μεσημέρι μέχρι το δειλινό κάτω από μια ομπρέλα στη παραλία, ενώ δίπλα μου όλοι οι άλλοι κολυμπούσαν, και αργότερα, από το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα, οπότε έβγαινα μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο, που πάντα είχε κόσμο, όλη τη νύχτα. Παρέες από νέους που διασκέδαζαν και πωλητές του δρόμου που πουλούσαν φιστίκια, γρανίτες κ.α. Έτσι έγραψα το βιβλίο στην αρχική του μορφή, μέσα σε δέκα μέρες. Κι έτσι γλίτωσα από τις σκέψεις μου. Πάντως το βιβλίο στην πορεία το ξανάγραψα πάνω από είκοσι φορές. Ξεκίνησε σαν μυθιστόρημα και κατέληξε νουβέλα.
Πώς έγινε αυτό; Γιατί;
Με έπιασε μια εμμονή με αυτό το βιβλίο. Καθώς περνούσε ο καιρός άρχισε να γίνεται πολύ σημαντικό για έμενα, όχι μόνο από λογοτεχνική άποψη αλλά γενικότερα, γιατί μέσα σε αυτά τα οχτώ χρόνια που το έπιανα και το άφηνα εγώ, όπως είναι φυσικό, άλλαζα. Ταυτόχρονα έγραφα και άλλα πράγματα, μάλιστα εξέδωσα και μια ποιητική συλλογή. Με τυράννησε αρκετά το Μπελ Ετουάλ, αλλά όταν έφτασε εκεί που ήθελα να φτάσει το κατάλαβα και έτσι έβαλα τελεία και παύλα. Μου αρέσει όπως έγινε, που πέταξα όσα δεν είχαν αρκετή σημασία και κράτησα τα απολύτως απαραίτητα. Όσο για τη σύλληψη της ιστορίας ήρθε από μόνη της. Ήταν αυτό που λέμε έμπνευση. Με αφορμή μια πολύ παλιά ιδέα, ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν την ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία τα έχει χαμένα και προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με το παρελθόν της που δεν της φέρθηκε με καλοσύνη. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για μια σχιζοφρενή. Μπορεί να γίνεις αφελής ή να την απαξιώσεις χωρίς να το καταλάβεις. Εγώ την αγάπησα τη Μέμη, την ηρωίδα μου. Την αγάπησα και την αγαπώ. Ήταν άτυχη.
Υπάρχουν σημεία του βιβλίου στα οποία θα θέλατε να σταθείτε περισσότερο μαζί με τον αναγνώστη;
Σίγουρα τα τελευταία κεφάλαια είναι πολύ συγκινητικά. Έχουν αγωνία, ανατροπές και δυνατά συναισθήματα. Νομίζω ότι είναι δύσκολο να μην ταραχτεί ο αναγνώστης από τη στιγμή που η Μέμη επιστρέφει στο πατρικό της για να βρει το δίκιο της. Για να βάλει μια τάξη στα πράγματα. Τα δοκιμάζει όλα. Γίνεται πολύ καλή και πολύ κακιά. Αλλά και πάρα πολύ τρυφερή. Σαν ένα δυστυχισμένο παιδί που το αδίκησαν.
Η συγχώρεση είναι λύτρωση; Απελευθέρωση; Η αποδοχή του σφάλματος μπορεί να είναι το ίδιο; Τι σχέση μπορεί να έχουν αυτές οι δύο έννοιες με τη Μέμη, την ηρωίδα του βιβλίου σας;
Προσωπικά συνεχίζω να ζω επειδή συγχώρησα αυτούς που μου «γάμησαν» την ψυχή όταν ήμουνα παιδί και άλλους που προσπάθησαν να το κάνουν αργότερα. Έτσι ανάσανα και πήρα τον δρόμο μου. Συγχωρώντας. Δεν ξέρω αν είναι καλό, αναρωτιέμαι, αλλά την έχω εύκολη σχετικά τη συγχώρεση. Πιο εύκολη από τη Μέμη, την ηρωίδα του βιβλίου, αν και αυτή έχει άλλα, πιο σοβαρά θέματα. Αποδοχή των σφαλμάτων, αλίμονο, εξυπακούεται. Αν δεν αποδεχθείς τα σφάλματά σου θα τα ξανακάνεις, θα γίνεις σκλάβος τους. Η Μέμη τα έχει πολύ χαμένα για να καταλάβει τι είναι σωστό και τι λάθος, αν και κατά βάθος, μέσα στην ψυχή της η αλήθεια δεν έχει πεθάνει, κι αυτό είναι το μεγαλείο της ιστορίας της. Το ότι όταν πετυχαίνει αυτό που έβαλε σαν στόχο, είναι έτοιμη να αποδεχτεί την αλήθεια.
Υπάρχει κάποιο θέμα για το οποίο έχετε ξεκινήσει να γράφετε κάτι ή να συλλέγετε υλικό; Αν ναι, πείτε μας λίγα λόγια.
Ναι, θέλω το επόμενο βιβλίο να είναι ένα ημερολόγιο γι' αυτό που έζησα εξαιτίας της περιπέτειας της μάνας μου, που τα τελευταία της χρόνια υπέφερε από άνοια. Πέθανε πρόσφατα, αφού παιδεύτηκε πολύ. Κρατούσα σημειώσεις, όπως κάθε φορά που τα βρίσκω δύσκολα. Έγραφα τις σκέψεις μου για να μην τις κρατάω μέσα μου. Ήταν αβάσταχτα τα συναισθήματα. Έχοντας έτοιμες αυτές τις σκόρπιες σημειώσεις εκείνο που απομένει είναι να τις δουλέψω και να τις βάλω σε τάξη. Πολύ δύσκολο. Αβάσταχτο συναισθηματικά, αλλά θα το κάνω γιατί είμαστε πολλοί που έχουμε αυτήν την οδυνηρή εμπειρία.
Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε;
Θα προτιμούσα στο σπίτι μου. Όποιος θέλει να με δει και δεν είναι επικίνδυνος ή κουραστικός, ας περάσει. Εγώ βγήκα πολύ, κυκλοφόρησα αρκετά, από 15 χρόνων στους δρόμους. Είχα μια φαγούρα μη και δεν τα ζήσω όλα. Μέχρι που τελικά, ευτυχώς, αυτό που έκανα με το Μπελ Ετουάλ, το έκανα και με τη ζωή μου. Πέταξα τα περιττά. Έγινα φυτό εσωτερικού χώρου, όχι εντελώς εσωτερικού, δηλαδή, όχι από αυτά που είναι μέσα μέσα κοντά στο μπάνιο, αλλά σαν αυτά που ευδοκιμούν δίπλα στην μπαλκονόπορτα, με θέα τη βεράντα. Δεν έχω γίνει ασκητής μοναχός, κυκλοφορώ κανονικά. Κάνω τις δουλειές μου, πάω στο σούπερ μάρκετ, και βλέπω και τους ανθρώπους εκείνους που ο χρόνος και οι περιστάσεις μας έφεραν πιο κοντά. Εντάξει, μπορεί να με συναντήσετε και σε κανένα σινεμά ή καμιά παράσταση ή σε καμιά έκθεση, και αλλού, αλλά όχι τόσο συχνά όπως παλιά. Αποφεύγω να παρακολουθώ πράγματα που δεν είναι έντιμα απέναντι σε αυτό που καλούνται να υπηρετήσουν ή που, πολύ απλά, εμένα δεν έχουν να μου προσφέρουν τίποτα. Από το να δω κάτι που θα με χαλάσει προτιμώ να κάνω παρέα με τον Ρίκο, το κοκόνι μου. Μου προσφέρει περισσότερα.