Skip to main content
12-06-2019

O Κωστής Γκιμοσούλης και το βιβλίο του "Μπιλ ο Χλομός", από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Ο Κωστής Γκιμοσούλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Γράφει διηγήματα, όπως Η κραυγή της πεταλούδας. Καμιά φορά αυτά τα διηγήματα μεγαλώνουν και γίνονται νουβέλες ή μυθιστορήματα, όπως το Μια νύχτα με την Κόκκινη, Ανατολή, Χέρι στη φωτιά, Βρέχει φως, Το θηρίο είναι παντού, Εξομολόγηση σ’ έναν κολομβιανό σκύλο, Στάχτη στα μάτια, Ο άγγελος της μηχανής, Her night on red, Το φάντασμά της, Το αηδόνι στο πόδι της, Ο Μέσα και ο Έξω, Όλες μία και Μεταξοχώρι (Aλφάβητο για όρη). Γράφει και ποιήματα (O ξυλοκόπος πυρετός, H αγία μελάνη, Το στόμα κλέφτης, Επικίνδυνα παιδιά, Αγάπη από ζήλια). Το 2001 εκδόθηκε o Μαύρος χρυσός, ένα βιβλίο του που περιέχει ποιήματα, διηγήματα και ζωγραφιές με νερομπογιές, ενώ το 2011 κυκλοφόρησε το Για να μάθεις να πετάς, με ιστορίες-παραμύθια για μικρούς και για μεγάλους, και με εννέα ζωγραφιές του Γιάννη Ψυχοπαίδη εμπνευσμένες ειδικά για το βιβλίο. Το 2013 εκδόθηκε το Δυο μήνες στην αποθήκη, μια προσωπική μαρτυρία από την παραμονή του σε νοσοκομείο. Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο Τα παράξενα που δεν ξεχνάμε, που περιλαμβάνει μικρά πεζά, ποιήματα και σχέδια του ίδιου. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Για την ποιητική του συλλογή Ο ξυλοκόπος πυρετός πήρε το βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Κύριε Γκιμοσούλη, κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο σας συγκινούμαι βαθιά, όχι γιατί απαραίτητα διαβάζω κάτι δυσάρεστο (η συγκίνηση έχει πολλές όψεις), αλλά γιατί ανοίγετε την καρδιά με τον απέριττο και ταυτόχρονα τόσο συμπυκνωμένο, ουσιαστικό και ζωογόνο λόγο σας. Κρατώ και διαβάζω το νέο σας βιβλίο «Μπιλ ο χλομός», από τις εκδόσεις Καστανιώτη και νιώθω τα κοινά κομμάτια που (νομίζω πως) έχω με τον ήρωα.

Μπιλ ο Χλομός, όπως λέμε Μπίλι δε Κιντ; Έχουν και οι δύο άλογο. Ο δικός σας Μπιλ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μεγάλο -και άρα απρόβλεπτο- παιδί; Κάντε μας μια συνοπτική γνωριμία με τον Μπιλ του βιβλίου σας, γι΄ αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει ακόμα.
Όλοι έχουμε ένα άλογο, ένα παράλογο που το καβαλάμε μόνοι μας ή με κάποιον που αγαπάμε πραγματικά. Ο Μπιλ είναι ένα παιδάκι-γεροντάκι, ένας κλόουν, ένας τρελός φασουλής, ένας χλομοξανθός κοντούλης και όμορφος πολύ, κάποιος που μοιάζει σε όλους μας γιατί όλοι τον περιέχουμε αλλά και είναι ξένος από εμάς. Επειδή είναι τολμηρός τον ζηλεύουμε. Παίζει τη ζωή του κορώνα γράμματα, πάει στη Βουλή και πιάνει όμηρο τον υπουργό. 

Ο Μπιλ αγγίζει το μαχαίρι στον λαιμό του χοντρού υπουργού, μέσα στη Βουλή. Οι προθέσεις του εκπροσωπούν ενδόμυχα ένα μεγάλο τμήμα πολιτών, όμως έχουμε να κάνουμε κι εδώ με βία, αν και γνωρίζουμε πως η βία φέρνει βία, η δράση την αντίδραση κ.α. Πώς αποφασίσατε να βάλετε το μαχαίρι στα χέρια του Μπιλ και την ιδέα να μπουκάρει στη Βουλή;
Η  βία είναι κάτι που μ’ έχει απασχολήσει και μένα. Είναι αδύνατον να μην πατήσεις στη ζωή σου ένα μυρμήγκι, ούτε να βγεις από τη μήτρα της μάνας σου δίχως κλάματα και πόνο. Η βία μας ακολουθεί. Η βία μάς γεννάει. Είναι διαφορετικά όμως όταν επίτηδες θες να βγάλεις το μάτι κάποιου άλλου. Ενός αδελφού σου, ενός συνανθρώπου σου. Κι αυτό έκαναν οι «πολιτικοί» σ’ εμάς. Ο Μπιλ ο χλομός στην ουσία  είναι ένα βίαιο βιβλίο;

Η πορεία πέρα από τον φόβο, το βήμα πέρα από τα όρια, είναι και η πηγή τροφοδοσίας του Μπιλ; 
Είναι για όλους μας αυτό το μετέωρο βήμα, το βήμα στο κενό, το έξω απ’ τη συνήθεια, η αποδοχή του άγνωστου και του καινούργιου, αυτό που πραγματικά μας τρέφει. Είναι κρίμα να πεθάνουμε δίχως να το ‘χουμε κάνει. Πάντως ο Μπιλ το κάνει. 

Γράφετε πως οι κάμερες είναι το πραγματικό σύστημα και στον νου μου έρχονται αυτόματα οι πρόσφατες εκλογές και αυτές που θα προκύψουν μέσα στο καλοκαίρι. Θα μπορέσουμε ποτέ να μετρήσουμε και να αξιολογήσουμε, ακόμα και με στατιστικούς πίνακες για τους πιο σχολαστικούς, το κακό της κάμερας, της καθημερινής παρακολούθησης και χειραγώγησης (πολλές οι περιπτώσεις που το δέχονται οικειοθελώς) της ζωής μας μέσα από αυτές ή το έχουμε ξεπεράσει και αυτό ως κοινωνία και ως άτομο;
Εάν κατανοήσουμε ότι όλοι είμαστε σύστημα θα ξεφύγουμε λίγο, έστω κι αν αυτό μας δημιουργήσει στερητικά σύνδρομα. Αυτό δεν γίνεται με τις εκλογές αλλά με τις «εκλογές» του εαυτού μας. Διαλέγουμε το γνήσιο πρόσωπό μας. 

Αν και την απάντηση μου τη δίνετε στις σελ. 65 και 66 του βιβλίου σας, θα σας ρωτήσω και πάλι εκ μέρους αυτών που ίσως δεν έχουν διαβάσει ακόμα το βιβλίο σας. Γράφετε: «Πούλησες την ελευθερία σου για λίγη ασφάλεια». Αυτό το λέει ο Μπιλ ο χλομός στον υπουργό. Αυτό το έχει κάνει μόνο ο υπουργός; 
Όχι μόνο ο υπουργός. Το έχουμε κάνει κι εμείς. Εμείς μας ενδιαφέρουμε. Οι περισσότεροι υπουργοί είναι χαμένα και πουλημένα κορμιά. 

Μοιράζετε ιδέες μέσω του Μπιλ για προσωπική και άρα και κοινωνική επανεκκίνηση εν καιρώ ύπουλου πολέμου;
Ο οικονομικός πόλεμος είναι ένας πόλεμος όπως οι άλλοι. Κάποιοι άνθρωποι αυτοκτονούν ή πεθαίνουν επειδή δεν στέκουν καλά οικονομικά. Η επανάσταση είναι πάντα προσωπική. Και η ανάσταση επίσης. Δεν είμαστε ικανοί ν’ αλλάξουμε κανέναν αν δεν αλλάξουμε πρώτα εμείς. Κι αυτό χρειάζεται να το κάνουμε μέσα στη ζωή που μας δόθηκε. Άρα ποτέ δεν είναι αργά. 

Αγαπάτε τον ήρωά σας; Θα τον προτείνατε ως παράδειγμα προς μίμηση ή προς αποφυγή και σε ποιους;
Αγαπάω όλους τους ήρωές μου, τον καθένα για διαφορετικούς λόγους και κυρίως γιατί έχουν κάποια πλευρά δική μου. Ο Μπιλ με γοητεύει. Δεν θα τον συνιστούσα ούτε για μίμηση ούτε φυσικά για αποφυγή. Θα σας τον πετούσα για έρωτα.