Skip to main content
23-10-2018

O Κώστας Ακρίβος και το βιβλίο του "Γάλα μαγνησίας", από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Κώστας Ακρίβος (Γλαφυρές Βόλου, 1958) έχει εκδώσει δεκαπέντε αφηγηµατικά βιβλία και πήρε µέρος σε συλλογικές εκδόσεις, ανθολογίες, καθώς και στη συγγραφή δύο σχολικών εγχειριδίων. Μυθιστορήµατά του έχουν µεταφραστεί στη Γερµανία, την Ελβετία, την Ιταλία και την Πολωνία, ενώ διηγήµατά του σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Από το 1983 δίδαξε φιλολογικά µαθήµατα στο Γυµνάσιο και το Λύκειο. Συνεργάστηκε µε το ΕΚΕΒΙ στα προγράµµατα Λέσχες Ανάγνωσης και Συγγραφείς στα Σχολεία. Το 2013 παρουσιάστηκε στο Ιµαρέτ Καβάλας το θεατρικό έργο του Ο γηραιός πατήρ µου από το φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου, σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Γκόνη. ∆ιηύθυνε τη σειρά ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ και ήταν ο συντονιστής της διαδικτυακής λέσχης ανάγνωσης ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ. Είναι µέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Αυτός ο ευλογημένος τόπος, η Μαγνησία, ο Βόλος, ο Παγασητικός, τα έχει όλα. Στο νέο σας βιβλίο με τον… παραπλανητικό τίτλο «Γάλα μαγνησίας», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι ο τόπος – αφετηρία των νεαρών ηρώων σας. Παράλληλα, όμως, είναι η γενέτειρά σας. Να υποθέσουμε πως δεν επιλέξατε τυχαία τον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή για την εξέλιξη της ιστορίας σας;

Όχι μόνο τυχαία θα έλεγα, αλλά επίτηδες τον διάλεξα σαν καμβά για τη δράση των προσώπων στο «Γάλα μαγνησίας». Μπορεί η ιστορία που διηγείται το βιβλίο να είναι εκατό τοις εκατό προϊόν μυθοπλασίας, όμως ο χώρος του οικοτροφείου, μέσα στο οποίο συμβαίνουν τα κύρια γεγονότα, μου ήταν οικείος, επειδή και εγώ σαν μαθητής του εξαταξίου τότε γυμνασίου έζησα εσώκλειστος σε εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Άρα, οι συνθήκες μιας τέτοιας διαβίωσης κάθε άλλο παρά ξένες μού είναι. Πάντως, χαίρομαι πολύ με την εναρκτήρια φράση «Αυτός ο ευλογημένος τόπος…».

Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου σας είναι μια παρέα «ατίθασων» εφήβων ενός οικοτροφείου στην πρωτεύουσα του νομού. Περιορισμοί, τιμωρίες, τα χέρια των υπευθύνων απειλητικά αιωρούνται διαρκώς πάνω από τα κεφάλια τους. Τι είναι αυτό που τους συνδέει και σχηματίζουν ομάδα; Καταφέρνει η παρέα αυτή να παραμείνει ζωντανή, καθώς τα χρόνια κυλούν; Μιλήστε μας λίγο για την υπόθεση του έργου.

Τέσσερα δεκαεπτάχρονα αγόρια, μαθητές του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Βόλου και εσώκλειστοι σε εκκλησιαστικό οικοτροφείο, κάνουν στενή παρέα και είναι κολλητοί φίλοι. Εμείς τους γνωρίζουμε από το φθινόπωρο του 1974 μέχρι το καλοκαίρι του 1975, όταν και θα συμβεί ένα καθοριστικό για τη ζωή τους γεγονός. Πρόκειται για μια ατίθαση παρέα. Ζαβολιές, αταξίες, κόντρα στους μεγαλύτερους, φάρσες και πλάκες σε καθηγητές και συμμαθητές είναι στην ημερήσια διάταξη. Έχουν όνειρα και σχέδια για το μέλλον, αλλά δεν κοπιάζουν και πολύ μελετώντας. Τους ενοχλεί το εκκλησιαστικό κλίμα και αντιδρούν με όχι καλό τις περισσότερες φορές τρόπο στην αυταρχικότητα των καθηγητών τους. Είναι, όμως, ντόμπρα παιδιά. Έχουν φιλότιμο και βάζουν την ειλικρίνεια και το δίκιο πάνω απ’ όλα. Αυτή η αίσθηση δικαίου είναι εκείνη που θα τους οδηγήσει τον Ιούνιο του ’75 να κάνουν (ή να μην κάνουν…) μια συγκεκριμένη πράξη σε κάποια παραλία του Παγασητικού, για την οποία θα μετανιώσουν (γιατί πρέπει να μετανιώσουν!) πολλά χρόνια μετά.

Η ελαφρότητα της ηλικίας από τη μια, η υποψία για την ενηλικίωση που έρχεται με βήμα ταχύ από την άλλη. Πολλές οι αντιθέσεις και μια κοινωνία που σε καλεί να πάρεις αποφάσεις ζωής, ενώ είσαι τόσο νέος. Παιχνίδια από τη μια, αντριλίκια από την άλλη.
Στο βιβλίο σας, διαβάζουμε πώς ένα «συνηθισμένο» περιστατικό για την παρέα γίνεται θανάσιμη παγίδα και ο Θανάσης Κουτσόπουλος -ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου- με τους φίλους του σημαδεύονται για όλη τους τη ζωή, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η πείρα της ζωής και η μνήμη μπορούν να εκτιμήσουν και να κρίνουν αλλιώς ένα συμβάν με το πέρασμα του χρόνου; Θα χαρακτηρίζατε τους ήρωές σας θύτες ή θύματα;

Το «θυμάμαι» τις περισσότερες φορές δύσκολα ταυτίζεται με το «θυμάσαι». Ό,τι έχω κρατήσει εγώ στη μνήμη από τα παρελθόντα, πρόσωπα ή γεγονότα, με έκπληξη διαπιστώνουμε να μην είναι το ίδιο ή ακριβώς το ίδιο με κάποιου άλλου, ακόμα και ενός δικού μας ανθρώπου. Ο τρόπος που προσλαμβάνει ο ανθρώπινος νους τα περιστατικά της ζωής, το πώς τα αποθηκεύει, τα επεξεργάζεται και τα ανακαλεί η μνήμη είναι ζήτημα της οπτικής γωνίας και της προσωπικότητας του καθενός. Μ’ αυτό το σκεπτικό τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου και στις δύο φάσεις της ζωής τους υπήρξαν θύματα. Θύματα της εφηβικής παρορμητικότητας από τη μια, αλλά και χρόνια θύματα της μνήμης από την άλλη.

Τοποθετείτε τη δράση του έργου σας στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στην ελληνική επαρχία. Από τη μια έχουμε σινεμά, βερμούτ και Πελόμα Μποκιού και από την άλλη απαγορεύσεις, κοινωνικό και θρησκευτικό έλεγχο. Καταφέρνουν οι ήρωές σας να ξεγλιστρήσουν μέσα από τα στείρα στερεότυπα που υπήρχαν ως τότε; Η ελληνική επαρχία μετέβη επιτυχώς σε μια κοινωνική εξωστρέφεια, βγήκε από τον γύψο με την αλλαγή του πολιτεύματος;

Οι συγκεκριμένοι «ήρωες» νιώθουν να πνίγονται. Είναι μόλις δεκαεπτά χρόνων, προέρχονται από αγροτικές φτωχές οικογένειες και το μόνο που γνωρίζουν καθημερινά, είτε στο σχολείο είτε στο οικοτροφείο, είναι τα μη και τα όχι. Δεν είναι λοιπόν φυσιολογικό να ανταρτέψουν; Να πάνε κόντρα σε καθηγητές και στον προϊστάμενο του οικοτροφείου; Το να είσαι δεκαεπτάχρονος το 1975 μόνο με απασφαλισμένη χειροβομβίδα μπορεί να συγκριθεί• ένιωθαν οι έφηβοι εκείνης της εποχής ικανοί να κυριεύσουν όλο τον κόσμο. Όμως πρώτα θα έπρεπε να «κυριεύσουν» τους οικείους τους τόπους. Και η επαρχία τα χρόνια εκείνα ήταν μια «σκληρή έδρα» - για να χρησιμοποιήσω ποδοσφαιρική ορολογία. Η μεταπολίτευση προχωρούσε με βήματα σημειωτόν, οι δομές και η νοοτροπία της χούντας άργησαν πολύ να ξεριζωθούν. Κακό αυτό, από την άλλη όμως έψησε ακόμα πιο πολύ το τσαγανό των παιδιών της επαρχίας.

Η ζωή στην επαρχία. Αμύγδαλα, κυνήγι, χωράφια και θάλασσα, τζάνερα και βουνά με βοτάνια. Για κάποιον που δεν γνωρίζει την περιοχή, το βιβλίο σας είναι μια μικρή αποκάλυψη για τη Μαγνησία. Για εκείνους που έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει σε αυτήν τι ακόμα έχει να προσφέρει;

Είμαι της γνώμης ότι ποτέ δεν γνωρίζεις απόλυτα έναν τόπο, πόσο μάλλον αν προέρχεσαι απ’ αυτόν. Ακούγεται οξύμωρο, αλλά έτσι είναι. Ο γενέθλιος τόπος είναι αυτός που είναι, με τις φυσικές και τις άλλες χάρες του, όμως διαθέτει και κάτι επιπλέον: είναι εμποτισμένος από τις μνήμες. Θέλοντας και μη, η κάθε γωνιά του, το πιο ισχνό δεντράκι, η στέγη του τάδε σπιτιού, το κυπαρίσσι έξω από το κοιμητήρι, ο παραμικρός σβώλος χώμα θα ταξιδέψει τη μνήμη σου και θα σε γυρίσει πίσω: σε νοσταλγίες, σε ανθρώπους που τους έζησες και σε έζησαν, στην ιστορία των προγόνων σου. Μακάρι λοιπόν οι τωρινοί κάτοικοι της Μαγνησίας να δουν μέσα από τις λέξεις του βιβλίου μου τον τόπο τους όπως ήταν παλιά αλλά και όπως θα άξιζε να είναι σήμερα.

Ετοιμάζετε κάτι νέο να γράψετε; Αν ναι, θα θέλατε να  μας αποκαλύψετε ποιο είναι το κεντρικό του θέμα;

Ήταν τόσο έντονη και δυνατή η «παρέα» που έκανα με τα πρόσωπα του βιβλίου, ώστε απαιτούσαν μέρα νύχτα εδώ και αρκετά χρόνια να βρίσκομαι διαρκώς μαζί τους. Τώρα χρειάζομαι ένα διάλειμμα για να ηρεμήσω από τις σκανταλιές, τις αταξίες μα κι από το τραγικό περιστατικό της ζωής τους. Χαλαρώνω διαβάζοντας βιβλία που με περίμεναν στη γωνία από καιρό. Ωστόσο, επειδή το σαράκι του μολυβιού είναι κάτι σαν ανίατη ασθένεια, όλο και κάτι σημειώνω. Πολύ θα ήθελα να γράψω για κάτι το εντελώς διαφορετικό• μια ιστορία από τα πολύ παλιά χρόνια λόγου χάρη…

Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;

«Βάλε εσύ μια φωνή / κι αν δεν είμαι εκεί / Κώστα να μη με λένε». Πάει να πει, ηλεκτρονικά στο kakriv@yahoo.gr και στο: Facebook/Kostas Akrivos. Όσο δε για πιο «ζωντανά», ή στις πλαγιές από κάποιο βουνό ή να πίνω τσίπουρο σε κάτι απόμερα καφενεδάκια. Πάντως, θα χαρώ αν κάποιος από τους αναγνώστες μας με ζητήσει…

Μπορείτε να αγοράσετε το βιβλίο, εδώ: https://www.nakasbookhouse.gr/logotehnia/gala-magnisias