Skip to main content
24-10-2019

Ο Ηλίας Μαγκλίνης και το βιβλίο του "Είμαι όσα έχω ξεχάσει", από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Ηλίας Μαγκλίνης γεννήθηκε το 1970 στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (πρώην Ζαΐρ). Μεγάλωσε στη Γλυφάδα. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως αρχισυντάκτης του πολιτιστικού ένθετου της κυριακάτικης Καθημερινής. Έχει εκδώσει τρία βιβλία μυθοπλασίας. Η νουβέλα Η ανάκριση μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα σερβικά και πρόκειται να μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη απέσπασε τρία λογοτεχνικά βραβεία: Βραβείο Μυθιστορήματος Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών• Βραβείο Μυθιστορήματος του διαδικτυακού βιβλιολογικού περιοδικού Ο αναγνώστης και Βραβείο Μυθιστορήματος του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. 

Διαβάσαμε το βιβλίο σας «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Αληθινός, ποιητικός, στοχαστικός ο λόγος σας, οι ταυτίσεις και οι συνειρμοί αναπόφευκτα και τα δύο. Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, με οικογένεια, με ανομολόγητα, με μνήμες. Μιλήστε μας λίγο για την υπόθεση και τους πρωταγωνιστές του, την καταγραφή, το παζλ που θελήσατε να ανακαλύψετε, να ενώσετε και να επικοινωνήσετε.
Είκοσι χρόνια προσπαθούσα να γράψω αυτό το βιβλίο. Το φοβόμουν, το απωθούσα, του  ξέφευγα, το απέφευγα αλλά ήταν το βιβλίο που ήθελα να γράψω περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο. Η αιτία ήταν βέβαια πως οι «χαρακτήρες» του είναι όλα πρόσωπα του στενού και ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος και η «υπόθεση» μια αληθινή ιστορία με επίκεντρο έναν φόνο του 1944. Και μια εκτέλεση στο απόσπασμα, την ίδια χρονιά. Και άλλα πολλά, πιο εσωτερικά ίσως. Πέρα όμως από την αμεσότητα του υλικού που με παρέλυε, είχα και άλλα ζητήματα: η σχέση με τον πατέρα και το συλλογικό τραύμα από τον Εμφύλιο είναι θέματα μπανάλ. Κοινοτοπίες, κλισέ. Πώς θα κάνεις αυτό το θέμα πιο, ας πούμε, ενδιαφέρον; Πώς θα γυρίσεις κάτι προσωπικό έτσι ώστε να γίνει δυνάμει συλλογικό – που είναι και το στοίχημα κάθε έργου τέχνης; Διότι όλα αυτά τα χρόνια συγκέντρωνα υλικό, έπαιρνα συνεντεύξεις, έψαχνα σε επίσημα αρχεία, ξέθαβα φωτογραφίες αλλά το υλικό αυτό με πλάκωνε τελικώς. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κάτι γίνεται και βρίσκεις τον δρόμο. Και ο δρόμος αυτός είναι εκείνος που θα σε οδηγήσει στον πυρήνα της ιστορίας σου. Δεν υπάρχει συνταγή. Σε κάθε βιβλίο είναι διαφορετικό. Πας στα τυφλά και εμπιστεύεσαι τελικώς το ένστικτό σου. Και παίρνεις κι ένα ρίσκο. 

Η οικογένεια είναι ο πυρήνας ενός σύμπαντος που έχει την ιδιότητα να επεκτείνεται διαρκώς. Εύκολη, επίπονη μα αναγκαία η έκθεση προς τα έξω μιας οικογενειακής ιστορίας; Θελήσατε να επιδώσετε δικαιοσύνη σε ιστορίες του παρελθόντος που ξύνουν το παρόν; Βρεθήκατε σε αναζήτηση ταυτότητας;
Όχι, δεν είχα καμία διάθεση ή πρόθεση να αποδώσω δικαιοσύνη ούτε να βρω την ταυτότητά μου. Οι αφηγήσεις δεν εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό, για μένα έστω. Ήθελα απλώς να πω μια ιστορία που, γράφοντάς την, μου φάνηκε τελικώς ενδιαφέρουσα και συγκινητική. 

Διακρίνουμε ομοιότητες με συγγενείς μας -προγόνους και απογόνους- άλλοτε με ανακούφιση, άλλοτε με έντονη ανησυχία. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες στο βιβλίο σας, διαπιστώσαμε πως φυσιογνωμικά μοιάζετε με τον πατέρα σας. Έχετε συγκρίνει ποτέ, όχι μόνο φυσιογνωμικά, τον εαυτό σας μαζί του, αλλά και τον πατέρα σας με τον παππού που δεν γνωρίσατε; Σας εφησυχάζει η βεβαίωση κοινών μεταξύ των τριών αντρών -εσείς, ο πατέρας σας, ο πατέρας του- ή όχι;
Όταν ήμουν 14-15 χρονών, είδα για πρώτη φορά θαμμένες φωτογραφίες από τη νιότη του πατέρα μου. Σοκαρίστηκα για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν πως δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι και ο πατέρας μου ήταν κάποτε νέος. Ο δεύτερος ήταν το πόσο του έμοιαζα. Εάν μου έδιναν ένα ευρώ για κάθε φορά που μου έλεγαν πόσο του έμοιασα, σήμερα θα είχα λύσει το πρόβλημά μου. Νομίζω και ο ίδιος έμοιασε στον δικό του πατέρα αλλά όχι τόσο πολύ και, σε κάθε περίπτωση, είναι ελάχιστες οι φωτογραφίες που σώθηκαν απ’ τον παππού που δεν γνώρισα. Είναι παράξενη αίσθηση αυτές οι ομοιότητες. Μοιάζουν σαν φωτογραφίες ενός χρονοταξιδιώτη: σαν να γύρισα στο 1950 και κάποιος με τράβηξε φωτογραφία. Έχει και κάτι αλλόκοτο όλο αυτό. Ανησυχαστικό. Σαν να πρωταγωνιστώ σε επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτος».

Πολλή η ποίηση στο βιβλίο σας για την απώλεια, για το κενό της απουσίας και για το «δεν πρόλαβα να μάθω, δεν πρόλαβα να ρωτήσω, να ζήσω». Η βαρυτική έλξη που μας ασκούν οι άνθρωποι που απωλέσαμε, που δεν ζουν πια μαζί μας, γίνονται στοιχειά και φαντάσματα, καλά πνεύματα, ενοχές, λύτρωση. Κάποια στιγμή μπορεί και να μας απωθούν. Εσείς πώς νιώθετε γι’ αυτό, έχετε καταλήξει κάπου;
Έπειτα από περίπου 16 χρόνια ψυχανάλυσης στο ντιβάνι και πολύ πολύ σκάψιμο και ψάξιμο μέσα μου, έπειτα από πάρα πολλές κακές επιλογές και αστοχίες, πόνους που προκάλεσα και πόνους που μου προκάλεσαν, θα έλεγα πως η εσωτερική μου μπίλια κάπου έχει κάτσει πια. Θέλω να πιστεύω ότι θα συνεχίσω να κάνω ανοησίες, διότι η ζωή θα γίνει πολύ βαρετή, ελπίζω όμως να μην είναι του διαμετρήματος εκείνων που έκανα έως τώρα. Πάντως, όπως λέει ένα αγαπημένο μου ξένο τραγούδι: «Έχω κάνει μερικές βλακείες/ αλλά η καρδιά μου είναι στο σωστό μέρος/ και αυτό το ξέρω». 

Μας συγκλονίζει ο τίτλος του βιβλίου σας. Να μιλήσουμε για επιλεκτική μνήμη, για αμνησία ή υπερμνησία, πώς είναι να θυμόμαστε πάντα; Είμαστε, τελικά, όσα έχουμε ξεχάσει;
Ο τίτλος ενέχει μια κάποια ειρωνεία: όποιος διαβάσει το βιβλίο θα δει ότι φαινομενικά είναι «όλα όσα θυμάμαι» ή θυμούνται κάποιοι άλλοι γύρω μου. Ωστόσο, φανταστείτε να μην μπορούσαμε να ξεχάσουμε. Θα είχαμε τρελαθεί. Ο Μπόρχες έχει ένα πολύ γνωστό διήγημα «Φούνες ο μνήμων», με έναν τύπο που θυμάται κυριολεκτικά τα πάντα – και είναι ένα βήμα μετά την τρέλα. Η φράση «είμαι όσα έχω ξεχάσει» είχε γραφεί για πρώτη φορά το 2013, στη στήλη μου «Ο κύριος Γκρι» στην Καθημερινή, σχετικά με ένα χάπι με το οποίο ξεχνάς τραυματικές μνήμες. Αναρωτιόμουν τότε, το θέλουμε κάτι τέτοιο; Θα αλλοίωνε τον χαρακτήρα μας και με ποιο τρόπο; Οι τραυματικές μνήμες δεν στοιχειοθετούν αναπόσπαστα κομμάτια της ταυτότητάς μας; Όπως και να ’χει, η βασική προβληματική πίσω από το βιβλίο είναι ότι η ζωή μας πλέει σε έναν ωκεανό λήθης και ότι η μνήμη είναι διάσπαρτα νησιά που μας επισκέπτονται αυτά, όχι εμείς. Τα επιλέξαμε εμείς βέβαια, ασυνείδητα, χωρίς να ξέρουμε γιατί και συχνά κόντρα στην επιθυμία μας. Αυτό που μας καθορίζει όμως είναι ο ωκεανός, είναι η λήθη. Αν το καλοσκεφτούμε, ελάχιστα πράγματα θυμόμαστε από μια ολόκληρη ζωή. Από αυτή την άποψη, ναι, είμαστε όσα έχουμε ξεχάσει. 

Ετοιμάζετε κάποιο νέο έργο; Αν ναι, θα θέλατε να μας αποκαλύψατε κάτι από το θέμα του;
Ναι, ετοιμάζω κάτι εδώ και καιρό, αλλά δεν μιλώ ποτέ προτού ολοκληρωθεί ένα βιβλίο.

Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;
Στο facebook διαδικτυακά και από κοντά στη Σόλωνος, ανάμεσα Αμερικής και Σίνα, καθώς επίσης στα πέριξ του Πρώτου Νεκροταφείου. Ενίοτε στον τόπο όπου μεγάλωσα, τη Γλυφάδα.