Skip to main content
04-01-2019

Μικρές Ιστορίες: Ξημέρωμα του Γενάρη

Ξημέρωμα του Γενάρη. Το κρύο τσουχτερό, φερμένο από τον βοριά. Ο πρώτος ήλιος ανέδυε πίσω από τα γκρίζα σύννεφα της βαριάς νύχτας. Το λιμάνι ήταν   ήσυχο.   Τα   πλοία   κοιμούνταν   ακόμα.   Ολα   ήταν   ξεκούρδιστα,   τίποτα   δεν κουνιόταν. Δυο-τρεις ωτακουστές της θάλασσας κάθονταν -ακίνητοι κι αυτοί- σε ένα   από   τα   παγκάκια   της   προκυμαίας,   με   τα   αφτιά   τους   τεντωμένα. Αφουγκράζονταν   το   θρόισμα   του   παγωμένου   αέρα   πάνω   στην   επιφάνεια   του νερού. Από εκεί καταλάβαιναν πολλά, μα δεν τα μοιράζονταν με κανέναν.
Ο μεσόκοπος άντρας ήταν ξύπνιος από νωρίς. Το αφιλόξενο κρύο του σπιτιού του τον παρέπεμψε στη ζεστασιά του χλομού πρωινού ήλιου. Λίγο νερό που ήπιε και πήρε   τους   δρόμους.   Σύντομα   έφτασε   στο   λιμάνι.   Εκεί   πρόσεξε   το   στολισμένο Χριστουγεννιάτικο   δέντρο,   που   ήταν   καλά   στερεωμένο   με   χοντρά   συρμάτινα σχοινιά   στα   φαγωμένα   από   την   αλμύρα   τετράγωνα   πλακάκια   της   προβλήτας. Σε λίγο θα έπαιρνε τον δρόμο για τις δημοτικές αποθήκες.
Πλησίασε προσεχτικά.  Αναστέναξε βαθιά. Σκέφτηκε τη ζωή του μικρός, αλλού. Μα, πού να τα διηγηθεί όλα αυτά; Κοιτούσε ώρα πολλή το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ώσπου στο κέντρο μια μεγάλης γυαλιστερής μπάλας είδε να καθρεφτίζεται πρώτα η μάνα, μετά ο πατέρας, ο μικρός αδερφός και το κορίτσι που δεν πρόλαβε να το κάνει δικό του.   Γι’  αυτό κι έριξε  μαύρη   πέτρα  σε εκείνον τον  αγαπημένο τόπο.
Συνέχισε να κοιτάει επίμονα τη  γυαλιστερή μπάλα. Και τότε διέκρινε το κεντητό τραπεζομάντιλο   στο   τραπέζι   και   την   πιατέλα   με   τα   σπιτικά   γλυκά.   Είδε   ένα μπαστούνι,   ήταν   του   πατέρα.  Δεν   ήξερε   πως   είχε   τώρα   και   τέτοιο.   Είδε  κι   ένα ζευγάρι   γυναικεία   παπούτσια,   με   ψηλά   τακούνια.   Φαίνεται   ο   αδερφός   του ζευγάρωσε. Μετά, τον έπιασαν οι μυρωδιές από του κήπου τους τα αναπαυμένα μυρωδικά. Γενάρης μήνας και του μύριζε σαν βαριά βαλαντωμένη άνοιξη.
Η μπουρού ενός πλοίου ήχησε δυνατά. Λίγο ακόμα και θα έσπαγε την μπάλα. Αυτή θάμπωσε, όπως και τα μάτια του. Αργά, κίνησε για το σπίτι.

Βιογραφικό
Η Σοφία Πολίτου - Βερβέρη γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στον Πειραιά, ζει στη Ραφήνα. Σπούδασε μουσική και άλλα. Εργάζεται στον χώρο του βιβλίου. Είναι παντρεμένη κι έχει δύο παιδιά. Κειμενογραφεί και με το ψευδώνυμο S.Equinoux.