Skip to main content
04-01-2019

Μαξίμ Γκόρκι, Οι Αρταμάνοφ, εκδόσεις Πατάκη

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
Επίμετρο: Γιώργος Τσακνιάς

Μια οικογενειακή σάγκα, που αφηγείται την ιστορία τριών γενιών της οικογένειας Αρταμάνοφ στη Ρωσία επί μισό αιώνα, από την απελευθέρωση των δουλοπάροικων το 1861, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Β΄, μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917.
Ο πατριάρχης της οικογένειας, ο Ηλίας, άρτι απελευθερωθείς δουλοπάροικος, εγκαθίσταται σε μια κωμόπολη με τους τρεις γιους του και ιδρύει μια υφαντουργία. Ο γενάρχης, αυταρχικός με την οικογένειά του, άπληστος και αποφασισμένος ως επιχειρηματίας, αφοσιώνεται στο εργοστάσιο και, γενικά, στη νέα ζωή· τα παιδιά και τα εγγόνια διατηρούν την επιχείρηση, αλλά με λιγότερο πάθος, μέχρι που τα πάντα σαρώνει η επανάσταση του 1917 – και η χαοτική βία που αυτή έφερε, η οποία περιγράφεται με πιστότητα στο μυθιστόρημα. Οι περιπέτειες της οικογένειας Αρταμάνοφ απηχούν με ακρίβεια τον ιστορικό καμβά της εποχής, τον οποίο με διορατικότητα αντιλαμβάνεται και με μαεστρία
υφαίνει στο βιβλίο ο Γκόρκι. Σε αυτόν ακριβώς τον καμβά τοποθετεί αριστοτεχνικά τους ήρωές του, που αδυνατούν να αντιληφθούν και να παρακολουθήσουν τις τεράστιες αλλαγές που συμβαίνουν, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις –συγγενικές, ερωτικές, φιλικές, σχέσεις εξάρτησης ή εξουσίας, φθόνου ή και αδιαφορίας, ακόμη και την απουσία σχέσης– και στήνει έτσι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, που αφηγείται με ακρίβεια και ζωντάνια την άνοδο και την πτώση του σύντομου ρωσικού καπιταλισμού.

Οι Αρταμάνοφ σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου εκδίδονται για πρώτη φορά αυτόνομα σε βιβλίο, μετά την πρώτη έκδοσή τους το 1959 σε έναν συλλογικό τόμο παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας.

Ο Μαξίμ Γκόρκι (πραγματικό όνομα: Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ), ο πατέρας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, γεννήθηκε το 1868 στο Νίζνι-Νόβγκοροντ. Έχασε τον πατέρα του όταν ήταν τεσσάρων και τη μητέρα του στα έντεκά του χρόνια. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε συνθήκες φοβερής ανέχειας. Από την ηλικία των οκτώ ετών έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει, από παιδί για τα θελήματα και βοηθός αγιογράφου μέχρι λαντζέρης σε ποταμόπλοιο. Στο δημοτικό σχολείο φοίτησε έναν μόλις χρόνο και στην πραγματικότητα ήταν αυτοδίδακτος. Τη δεκαετία του 1890 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε επαρχιακές εφημερίδες και το 1892 υιοθέτησε το ψευδώνυμο Γκόρκι («πικρός»). Τον ίδιο χρόνο εμφανίστηκε στα γράμματα με το διήγημα «Μακάρ Τσουντρά». Το πρώτο του βιβλίο Διηγήματα και δοκίμια το 1898 του χάρισε τεράστια φήμη. Ο φίλος του Αντόν Τσέχοφ τον έπεισε να δοκιμάσει και τη συγγραφή θεατρικών έργων. Ο Γκόρκι δεν έκρυψε ποτέ τις μαρξιστικές ιδέες του και από τις αρχές του 20ού αιώνα συνδέθηκε στενά με τους μπολσεβίκους και τον Λένιν. Συνελήφθη και φυλακίστηκε κατά την επανάσταση του 1905, γεγονός που προκάλεσε τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κινήματος συμπαράστασης. Έφυγε από τη Ρωσία και ταξίδεψε στην Αμερική, όπου έγραψε τη Μάνα κορυφαίο έργο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και το 1906 εγκαταστάθηκε στο Κάπρι της Ιταλίας. Επέστρεψε στη Ρωσία το 1913 και συνέχισε τη μαχητική κριτική του προς το τσαρικό καθεστώς. Την περίοδο εκείνη έγραψε το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του καθώς και τις αναμνήσεις του από τον Τολστόι και τον Τσέχοφ. Ωστόσο, οι σχέσεις του με τους μπολσεβίκους και προσωπικά με τον Λένιν δεν ήταν ανέφελες, ιδίως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Το 1918 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (καθώς και το 1923, το 1928 και το 1933). Το 1921 άρχισε η δεύτερη περίοδος εξορίας του Γκόρκι, κατόπιν εντολής του Λένιν, με πρόσχημα την υγεία του συγγραφέα, ο οποίος εγκαταστάθηκε πάλι στην Ιταλία, στο Σορέντο, όπου έγραψε και μερικά από τα πιο γνωστά έργα του, μεταξύ των οποίων και τους Αρταμάνοφ (1925). Επισκέφθηκε την ΕΣΣΔ το 1928, και το 1932 ο Στάλιν τον έπεισε να επιστρέψει μόνιμα. Ο Γκόρκι αποθεώθηκε από το σταλινικό καθεστώς ως ο κατεξοχήν Σοβιετικός συγγραφέας, η σχέση του ωστόσο με τον Στάλιν γινόταν όλο και χειρότερη κι έτσι ο Γκόρκι πέρασε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του σε άτυπο κατ’ οίκον περιορισμό. Ο θάνατός του τον Ιούνιο του 1936 έγινε κάτω από ιδιαίτερα ύποπτες συνθήκες και πιθανότατα κατ’ εντολήν του Στάλιν, κάτι το οποίο πάντως δεν έχει μέχρι σήμερα αποδειχτεί.