Skip to main content
14-03-2017

Αχ, και που θα ξημερώσουν αύριο…

Σαν χθες το θυμάμαι που σήκωνα το τηλέφωνο και παρήγγειλα τις πρώτες μας 5 κυψέλες. Επίσης θυμάμαι χαρακτηριστικά πόση προετοιμασία είχαμε κάνει στο κτήμα για αυτά τα 5 μελισσάκια. Λίγο καιρό μετά, αφού είχαμε αρχίσει να συνηθίζουμε τις επιθεωρήσεις και να είμαστε πιο άνετοι στους χειρισμούς, ξεκίνησαν δειλά δειλά και τα όνειρα για το μεγάλο μελισσοκομικό αγρόκτημα. Φάνταζε τόσο μακρινό τότε.
Αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα, ήταν αρκετά για να κατασταλάξω προσωπικά στο τι ακριβώς θέλω και σκοπεύω να κάνω από τη στιγμή που πήρα την απόφαση να εγκαταλείψω τη ζωή μου στην πόλη. Είχε έρθει πια η ώρα να γίνει το πρώτο μεγάλο βήμα προς τη μελισσοκομία μεγάλης κλίμακας. Για να καταστεί όμως αυτό δυνατό, έπρεπε να γίνει μια γενναία αύξηση της δυναμικότητας του μελισσοκομείου. Όμως το επάγγελμα αυτό, από ένα επίπεδο και μετά γίνεται πολύ ακριβό σπορ και μέσα στην οικονομική κρίση της εποχής είσαι υποχρεωμένος να σχεδιάσεις ένα πλάνο που ουσιαστικά δεν έχει περιθώρια αποτυχίας…
Ήταν περασμένες δέκα όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου και ένας άνδρας με ταλαιπωρημένη φωνή με ρώτησε αν ψάχνω να αγοράσω μελίσσια. «Τα παρατάω» μου είπε «φεύγω για Αμερική». Ο αρχικός ενθουσιασμός ξεθώριασε γρήγορα από περίεργα συναισθήματα. Σε μια χώρα βυθισμένη στο χρέος και με ένα μέλλον σκοτεινό και δυσοίωνο, αποφασίζουμε να πάρουμε τη σκυτάλη από κάποιον που απέτυχε και τα παρατά έχοντας μάλιστα την διπλή εμπειρία από εμάς. Μήπως είμαστε τρελοί; Δεν ξέρω. Φύσιν απαισιόδοξος, νοιώθω μια αδιανόητη σιγουριά της οποίας την προέλευση δε μπορώ να προσδιορίσω.
Το ασημί Seat του Νίκου κατάπινε τα χιλιόμετρα στην Ιονία Οδό καθώς κατευθυνόμασταν νότια για τη λίμνη των Κρεμαστών. Γρήγορα όμως επανήλθαμε στην πραγματικότητα μπαίνοντας στο απαρχαιωμένο οδικό δίκτυο της ξεχασμένης δυτικής Ελλάδας, που στέκει ακόμα από την δεκαετία του 1960. Από τον Άγιο Βλάση στο Χούνη και να τα πρώτα έλατα· και αμέσως μετά ένα απίστευτο τοπίο με τη λίμνη στο βάθος. Ένας κόσμος ανέγγιχτος, παρθένος, που όμως κατά ένα περίεργο τρόπο αποπνέει απογοήτευση και εγκατάλειψη.
Ο Μπάμπης μου είπε ότι θα μας περιμένει με ένα μαύρο αγροτικό στην άκρη του δρόμου που οδηγεί στην γέφυρα της επισκοπής. Δεν ήταν δύσκολο να τον βρούμε, τα αυτοκίνητα που διασχίζουν το δρόμο στην περιοχή είναι ελάχιστα. Το ίδιο και οι κάτοικοι. Το μελισσοκομείο του ήταν απ’ τα πιο γραφικά που έχω δει ποτέ. Ίσως περισσότερο κι από αυτό που είχαμε στήσει στη λίμνη του Πουρναρίου. Ανοιξιάτικα ρείκια με μπουμπούκια έτοιμα να ανοίξουν, πεύκα και έλατα πιο ψηλά, αλλά και στο φόντο πάντα η λίμνη, πανταχού παρόν. Πόσο άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων αλλά και την φύση του τοπίου αυτή η λίμνη;
«Πήρα μερικά κοφίνια, τα έσκισα και μετάγγισα τα σμήνη σε κυψέλες. Σιγά σιγά τις αύξανα μέχρι που έφτασα εδώ» μου είπε. «Κάποιες κυψέλες είναι 30 χρονών!» Και όμως ακόμα άντεχαν. Στην περιοχή αυτή αλλά και στην απέναντι όχθη, που ανήκει στην Ευρυτανία μέχρι το Καρπενήσι, βγαίνει ένα εξαιρετικό μέλι ελάτης. Όλοι οι μελισσοκόμοι της περιοχής ζούσαν απ’ αυτό το μέλι καθώς οι μετακινήσεις από εδώ είναι δύσκολες λόγω του κακοσυντηρημένου οδικού δικτύου. Όμως τα 2-3 τελευταία χρόνια ο έλατος δεν πάει καλά και σε συνδυασμό με την κρίση και τις αλλαγές στην φορολόγηση των αγροτών, οι περισσότεροι γονάτισαν.
Στον γυρισμό αποφασίσαμε να πάμε απ’ το φράγμα. Όταν περάσαμε απ’ το Ορφανό, τον εγκαταλελειμμένο οικισμό της ΔΕΗ, αυτή η αίσθηση απογοήτευσης που μου είχε δημιουργήσει η περιοχή κορυφώθηκε μέσα μου. Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ αυτήν την αίσθηση. Να φωνάζει η ίδια η φύση. Για αρκετά χιλιόμετρα δεν υπήρχε ψυχή, ενώ δεν συναντήσαμε κανένα αυτοκίνητο. Η εικόνα της έρημης παιδικής χαράς, των άδειων σπιτιών αλλά και του βενζινάδικου με την τιμή ακόμα σε δραχμές, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου. «Κανείς δεν μένει πια εδώ» μας είπε ο φύλακας στην είσοδο του χωριού «οι τελευταίοι έφυγαν πριν 10-15 χρόνια».
Όλο αυτό το σκηνικό εγκατάλειψης και παρακμής απ’ τη μία, αλλά και το γεγονός ότι ακριβώς γι αυτό το λόγο το τοπίο παρέμεινε παρθένο, μου δημιούργησε την επιθυμία να αναζητήσω πληροφορίες στο διαδίκτυο για την ιστορία του τόπου. Έμαθα για το φράγμα, που δημιούργησε τη λίμνη και έδωσε ηλεκτρικό ρεύμα σε όλη την Ελλάδα, εκσυγχρονίζοντας την, αλλά παράλληλα κατέστρεψε ολόκληρα χωριά, ξεριζώνοντας ανθρώπους, αναγκάζοντάς τους να μεταναστεύσουν στις κοντινές πόλεις. Ένα έργο που άλλαξε για πάντα τη μοίρα αυτού του τόπου και των κατοίκων του. Σήμερα πια έχουν απομείνει ελάχιστοι και είναι ξεχασμένοι απ’ όλους.
Είχαμε κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσον το 23 χρονών πια Mercedes θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα φορτωμένο στις ανηφόρες, αλλά δεν είχαμε και άλλη επιλογή. Σε ένα φορτηγό δεν χωρούσαν όλες οι κυψέλες και θέλαμε απεγνωσμένα να αποφύγουμε την διπλή διαδρομή. Υπήρχαν σημεία στο δρόμο όπου κατολισθήσεις μεγάλων πέτρινων βράχων είχαν κλείσει τουλάχιστον το μισό οδόστρωμα και κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται. Ίσως βγαίνουν μόνο μια φορά στο τέλος του χειμώνα και τα μαζεύουν. Ελπίζω…
Ήταν φανερό ότι ο Μπάμπης δεν ήθελε να φύγει μετανάστης για την Αμερική, αλλά το είχε πάρει απόφαση πως δεν είχε άλλη εναλλακτική. 50 χρόνια μετά οι κάτοικοι αυτής της περιοχής συνεχίζουν να ξεριζώνονται βίαια. Αυτές οι σκέψεις μου δημιουργούσαν μια μελαγχολία που με έκανε να ξεχάσω το γεγονός ότι ήμασταν εκεί για να πάρουμε μελίσσια, αρκετά ώστε να μας δώσουν παραγωγές που όταν ξεκινούσα μου φαίνονταν άπιαστες.
Αφού επιθεωρήσαμε τα μελίσσια, κάτσαμε μέχρι να σουρουπώσει ώστε να επιστρέψουν στις κυψέλες τους και οι τελευταίες συλλέκτριες μέλισσες. Ήταν 15 με 20 μέρες πίσω απ’ τα μελίσσια του κάμπου, αλλά αυτό ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Ήταν σκεπασμένα με χιόνι μέχρι και πριν από τρεις εβδομάδες. Και κάπου εκεί καθώς συζητούσαμε διάφορα, άκουσα τον Μπάμπη να λέει «αχ και που θα ξημερώσουν αύριο…»
Αυτή η φράση θα με στοιχειώνει πάντα. Ο πόνος του ενός γίνεται η χαρά του άλλου, γεγονός που δεν σ’ αφήνει να χαρείς όσο θα ήθελες, δημιουργώντας σου ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Η Δυτική Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μια βασανισμένη περιοχή. Η πιο φτωχή της Ευρώπης και αυτή με τους περισσότερους μετανάστες στο εξωτερικό σε αναλογία πληθυσμού. Για μένα που ζω εδώ, αλλά δεν κατάγομαι από εδώ, είναι περίεργη αίσθηση.
Μετά το χωμάτινο φράγμα των Κρεμαστών, στην ανηφόρα μέχρι την Αλευράδα, το φορτηγό έφτασε στα όρια του. Αυτά τα 10 χιλιόμετρα τα κάναμε σε 1 ώρα και κάτι. Δεν συναντήσαμε ψυχή. Το ταξίδι της επιστροφής διήρκεσε συνολικά 4,30 ώρες. Μαλεσιάδα, Βαρετάδα, Αμφιλοχία, στάση στο Λουτρό για φαγητό, Ανοιξιάτικο και ευθεία για τον κάμπο της Άρτας. Αφού τοποθετήσαμε τα μελίσσια, αποφασίσαμε να μην τα ενοχλήσουμε για λίγες μέρες μέχρι να συνηθίσουν το νέο τους περιβάλλον. Οι μέλισσες στρεσάρονται πολύ εύκολα.

Υποσχέθηκα στον Μπάμπη ότι θα του τα προσέχω.

Βιογραφικό
Στράτος Σαραντουλάκης - Μελισσοκόμος: Αφεσμός ή σμηνουργία ονομάζεται η φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα μέρος του πληθυσμού ενός μελισσιού εγκαταλείπει την κυψέλη οδεύοντας προς τη δημιουργία μιας καινούργιας αποικίας, λόγω του συνωστισμού και της έλλειψης χώρου. Μεταφορικά λοιπόν εγκαταλείποντας και εγώ την πόλη για μια νέα ζωή στην επαρχία, σμηνούργησα για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, εργάστηκα σε γραφεία και εταιρείες αλλά κάποια στιγμή κουρασμένος απ' τους ρυθμούς της πόλης και παρά την απουσία ουσιαστικού σχεδίου αποκέντρωσης, αποφάσισα να πάρω τα βουνά για μια νέα ζωή με αυτάρκεια και αυτονομία.
Δεν προέρχομαι από μελισσοκομική οικογένεια, δεν είμαι δηλαδή 2ης ή 3ης γενιάς μελισσοκόμος, αλλά πρώτης! Αυτό σημαίνει ότι δεν βρήκα τίποτα έτοιμο. Ψάχνοντας στην αρχή στα τυφλά και προσπερνώντας τις δυσκολίες έγινα νομάς μελισσοκόμος των Τζουμέρκων και όπως οι παλιοί κτηνοτρόφοι μετακινούνταν απ' τις αετοκορφές στα χειμαδιά έτσι και εγώ, ακολουθώ τις μέλισσες.

 

Πρώτη δημοσίευση: https://oreinomeli.wordpress.com